Πρόσφατα πέρασα από τα Εξάρχεια, αλλά όλα έχουν αλλάξει, πολλά μαγαζιά έχουν κλείσει λόγω της κρίσης και μια ρομαντική μελαγχολία μ’ έπιασε. Πέρασα έξω από τον παλιό Κάβουρα στη Θεμιστοκλέους, ένα από τα πιο γνωστά σουβλατζίδικα της Αθήνας με τα πιο νόστιμα σουβλάκια. Παραδοσιακά κλασικό στέκι και σημείο αναφοράς των Εξαρχείων εδώ και πολλές δεκαετίες, αν θυμάμαι καλά από το 1969.
Κάνοντας μια βόλτα στους δρόμους είδα ότι έχουν εκλείψει πλέον οι όμορφες γειτονιές που υπήρχαν σε όλη τη περιοχή. Γειτονιά-ορόσημο, τα Εξάρχεια κρύβουν στα στενά και στις ανηφοριές τους κατοικίες με ιστορία και αρχιτεκτονική αξία. Ακόμη υπάρχουν δείγματα λαϊκής αρχιτεκτονικής και με πολλά νεοκλασικά κτίρια.
Θυμάμαι στα τέλη της δεκαετίας του ’60 τα καλοκαιρινά βράδια τη βγάζαμε στα σκαλιά των σπιτιών παρέες-παρέες, ή παίζοντας κρυφτό ή πηγαίνοντας στα καλοκαιρινά σινεμά στο ΒΟΞ στη Θεμιστοκλέους και Αραχώβης, στο ΕΚΡΑΝ στη Ζωναρά, προέκταση της Ζωοδόχου Πηγής και στο άλλο στη Βαλτετσίου, με τα χαλίκια στο έδαφος, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις βουκαμβίλιες στη μάντρα, τον πασατέμπο την πορτοκαλάδα και το Ταμ-Ταμ, αξέχαστα χρόνια.
Θυμάμαι όταν θέλαμε να τηλεφωνήσουμε πηγαίναμε στο τηλεφωνικό θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μεταλλικές μάρκες τις χαραγμένες στη μέση ή στο περίπτερο με χρονοχρέωση, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ήρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα τα γυναικεία το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό και τη Βεντέττα.
Ζητούσαμε τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου που τα κολλούσαμε στο άλμπουμ της ΜΕΛΟ. Πρόσφατα το ανακάλυψα στα πράγματά μου και ακόμη μύριζε με τη μυρωδιά της γκοφρέτας και ξαφνικά γέμισε το μυαλό μου με αναμνήσεις εκείνης της εποχής.
Χάθηκαν πλέον τα αυθεντικά σουβλάκια με το ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκκινοπίπερο και τα ωραία ψητά στις ταβέρνες. Θυμάμαι ότι τα αστικά λεωφορεία ήταν μπλε, μάρκας Σκάνια και Βόλβο και είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλε δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Καμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ήταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρι καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα πενηνταράκια, δραχμές και δεκάρες; Ποιος να έχει τότε Ι.Χ. οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Ford Cortina, Wartburg και FIAT 1100.
Μέχρι το 1965 είχαμε τα ξύλινα ψυγεία με τις κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τούλι για φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία, αργότερα θυμάμαι είχαμε κάτι ΠΙΤΣΟΣ και ΙΖΟΛΑ και αργότερα τα ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ και το 1969 ήρθαν οι ιταλικές τηλεοράσεις URANYA, οι γερμανικές Grundig και οι Philips, που βλέπαμε ποδόσφαιρο τις Κυριακές με τον Διακογιάννη, τον Φουντουκίδη και τον Κατσαρό.
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος λέγονταν τότε. Δεν υπήρχε νεσκαφέ, ούτε φραπέ, ούτε καπουτσίνο, ούτε εσπρέσο, ούτε καν φίλτρου γαλλικός. Μόνο στου Φλόκα στην Πανεπιστημίου και στου Παπασπύρου στο Σύνταγμα εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα.
Αργότερα αρχές της δεκαετίας του ‘70 έφηβοι πια στη πλατεία για φραπέ και πιο μεγάλοι πια καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών, στο Blue Bell, στου Φλόκα, στο Edelweiss στο Κεφαλάρι και στη Σόνια στη Λ. Αλεξάνδρας. Ντίσκο στη Jackie O, πίσω από το Χίλτον, στο Πύργο των Αθηνών και στο Semiramis στο Κεφαλάρι.
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το έσπρωχνε. Παγωτά ΑΣΤΥ και ΕΒΓΑ μία δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
Και φρούτα, θεέ μου τι φρούτα ήταν αυτά! Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχοβολούσαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα. Ψωμί, τυρί, φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.
Είχαμε φίλους, βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέτες μας. Πόσες φορές δεν σπάζαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο.
Φεύγαμε απ’ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη μπαταρία Bereck για να ακούμε ποδόσφαιρο.
Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει το αυτί ή να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Ποιος δε θυμάται τις καζούρες που κάναμε ιδιαίτερα στους Θεολόγους, στους Ιστορικούς και στις Γαλλικούδες. Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια.
Τότε υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα. Θυμάμαι τους πανσέδες, τα σκυλάκια, τα χρυσάνθεμα.
Οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν πολύ καλές χωρίς κακία και οι μέρες κυλούσαν όμορφα και ευχάριστα στις ωραίες γειτονιές. Έτσι γνώρισα και αγάπησα τα Εξάρχεια μια πραγματική και ανθρώπινη γειτονιά. Τα Εξάρχεια είχε ανθρώπους εργατικούς και έντιμους, εργάτες, τεχνίτες, γιατρούς, δικηγόρους, επιστήμονες, καλλιτέχνες αλλά προπάντων οικογενειάρχες. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες μας, αλλά ζήσαμε όμορφα. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο θέλει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους προσωπικό όφελος.
Αντώνης Γερονικολάου
19 Οκτωβρίου 2012
Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γεωργίου Μπακούρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου